Venture capital ή δάνειο: η αποφυγή dilution έχει μηνιαίο λογαριασμό

|Συντάκτης: Συντακτική ομάδα QUASA|6 λεπτά ανάγνωσης
Venture capital ή δάνειο: η αποφυγή dilution έχει μηνιαίο λογαριασμό

Το βρετανικό κυβερνητικό πλαίσιο χρηματοδότησης περιγράφει το βασικό αντάλλαγμα: το δάνειο αφήνει τις μετοχές στους ιδρυτές, αλλά απαιτεί αποπληρωμή κεφαλαίου και τόκων, ενώ το venture capital παραχωρεί συμμετοχή και λόγο στις αποφάσεις χωρίς προγραμματισμένες δόσεις. Για μια startup με προβλέψιμες εισπράξεις που καλύπτουν τη δόση ακόμη και σε έναν δύσκολο μήνα, το δάνειο μπορεί να είναι κατάλληλο. Όταν ο χρόνος μέχρι τα έσοδα παραμένει αβέβαιος, η συμμετοχική χρηματοδότηση αφήνει περισσότερο χώρο στο ταμείο.

Η επιλογή κρίνεται από τον χρόνο των πραγματικών εισπράξεων, τις εξασφαλίσεις που μπορεί να ζητηθούν και τον ρυθμό ανάπτυξης που επιδιώκουν οι ιδρυτές. Ένα χαμηλό επιτόκιο δεν βοηθά αν η δόση προηγείται σταθερά των πληρωμών των πελατών. Αντίστοιχα, η απουσία δόσης αποκτά αξία όταν η εταιρεία χρειάζεται χρόνο για να αναπτύξει και να διαθέσει το προϊόν της.

Ιδιοκτησία και έλεγχος μετά τη χρηματοδότηση

Με ένα συνήθες τραπεζικό δάνειο, η εταιρεία δεν εκδίδει μετοχές για τον δανειστή. Οι ιδρυτές κρατούν το ποσοστό τους, αλλά αναλαμβάνουν συμβατική υποχρέωση για κεφάλαιο, τόκους και τυχόν χρεώσεις. Η υποχρέωση αυτή επηρεάζει τις αποφάσεις τους: χρήματα που χρειάζονται για την επόμενη δόση δεν μπορούν ταυτόχρονα να χρηματοδοτήσουν πρόσληψη, ανάπτυξη προϊόντος ή πωλήσεις.

Στο venture capital ο επενδυτής αποκτά μερίδιο και η απόδοσή του συνδέεται με τη μελλοντική αξία της εταιρείας. Η ανάλυση της British Business Bank για τις μετοχές επισημαίνει ότι επόμενοι γύροι χρηματοδότησης μπορούν να αραιώσουν περαιτέρω τη συμμετοχή των υφιστάμενων μετόχων. Το ποσοστό του πρώτου γύρου, επομένως, χρειάζεται να εξεταστεί μαζί με τις μελλοντικές ανάγκες κεφαλαίου.

Ο έλεγχος δεν εξαντλείται στο ποσοστό ιδιοκτησίας. Οι συμφωνημένοι όροι καθορίζουν ποιος μπορεί να εγκρίνει έναν νέο γύρο, μια σημαντική δαπάνη ή την πώληση της εταιρείας. Οι ιδρυτές χρειάζεται να γνωρίζουν ποια δικαιώματα ψήφου ή αρνησικυρίας παραχωρούν και σε ποιες αποφάσεις εφαρμόζονται.

Δόσεις και εξασφαλίσεις στην Ελλάδα και την Κύπρο

Το δάνειο αξιολογείται ευκολότερα όταν η επιχείρηση γνωρίζει πότε πληρώνουν οι πελάτες της και πόσα μετρητά απομένουν μετά τα λειτουργικά έξοδα. Μια συγκεκριμένη επέκταση με ήδη ορατή ζήτηση δίνει διαφορετική βάση αποπληρωμής από ένα προϊόν που ακόμη αναζητά τους πρώτους πελάτες του. Αν απαιτηθεί εξασφάλιση, στον κίνδυνο της δόσης προστίθεται και ο κίνδυνος για τα περιουσιακά στοιχεία που δεσμεύονται.

Στην Κύπρο, ο κυβερνητικός οδηγός Business in Cyprus συνδέει την τραπεζική χρηματοδότηση με εξασφαλίσεις, μερική ίδια χρηματοδότηση και επιχειρηματικό σχέδιο που τεκμηριώνει τα προβλεπόμενα έσοδα. Η συζήτηση με την τράπεζα αφορά, συνεπώς, τόσο την πηγή των μελλοντικών πληρωμών όσο και την περιουσία που μπορεί να δεσμευτεί.

Στην Ελλάδα, οι όροι εξαρτώνται από το προϊόν και το πιστωτικό ίδρυμα. Για το Ταμείο Δανείων ΤΕΠΙΧ ΙΙΙ, η Ελληνική Αναπτυξιακή Τράπεζα προβλέπει πιθανή περίοδο χάριτος έως 24 μήνες στα επενδυτικά δάνεια ή έως 12 μήνες στα δάνεια κεφαλαίου κίνησης ειδικού σκοπού, ενώ επιτρέπει στο πιστωτικό ίδρυμα να ζητήσει προσωπικές ή εμπράγματες εξασφαλίσεις σύμφωνα με την πολιτική του. Η περίοδος χάριτος μεταθέτει μέρος της αποπληρωμής· δεν εξαλείφει την υποχρέωση.

Ίσο κεφάλαιο, διαφορετικό τίμημα

Ακολουθεί υποθετικό παράδειγμα, όχι τραπεζική προσφορά ή αποτίμηση πραγματικής startup. Μια εταιρεία χρειάζεται 100.000 ευρώ. Στην πρώτη εκδοχή δανείζεται ολόκληρο το ποσό με σταθερό ετήσιο επιτόκιο 8%, ίσες μηνιαίες δόσεις και διάρκεια 48 μηνών, χωρίς πρόσθετες χρεώσεις. Η δόση είναι περίπου 2.441 ευρώ. Οι συνολικές πληρωμές φτάνουν περίπου τα 117.182 ευρώ, από τα οποία περίπου 17.182 ευρώ είναι τόκοι.

Στη δεύτερη εκδοχή, η εταιρεία αντλεί τα ίδια 100.000 ευρώ παραχωρώντας το 20% των μετοχών της. Η απλουστευμένη συναλλαγή αντιστοιχεί σε αποτίμηση 500.000 ευρώ μετά την επένδυση και αφήνει στους προηγούμενους μετόχους το 80%, πριν από ενδεχόμενους επόμενους γύρους. Για το ποσό αυτό δεν προκύπτει μηνιαία δόση. Το οικονομικό βάρος της παραχώρησης εξαρτάται από τη μελλοντική αξία της εταιρείας και από τα δικαιώματα του επενδυτή.

Οι δύο εκδοχές αγοράζουν διαφορετικό χρόνο. Το δάνειο έχει υπολογίσιμες πληρωμές που ξεκινούν ανεξάρτητα από το αν η ανάπτυξη αποδίδει. Η παραχώρηση μετοχών προστατεύει την τρέχουσα ρευστότητα, αλλά δίνει στον επενδυτή συμμετοχή στη μελλοντική αξία. Γι’ αυτό το άθροισμα των τόκων και το αρχικό ποσοστό μετοχών δεν αποτελούν από μόνα τους συγκρίσιμες τιμές.

Stress test στις ταμειακές ροές

Στο ίδιο υποθετικό παράδειγμα, ας υποθέσουμε ότι μετά τα λειτουργικά έξοδα απομένουν 3.000 ευρώ τον μήνα για την εξυπηρέτηση του δανείου. Με δόση περίπου 2.441 ευρώ, το περιθώριο είναι μόλις 559 ευρώ. Αν το διαθέσιμο ποσό πέσει στα 1.500 ευρώ, δημιουργείται μηνιαίο κενό περίπου 941 ευρώ. Έξι τέτοιοι μήνες παράγουν σωρευτικό κενό περίπου 5.648 ευρώ, πριν από άλλες απρόβλεπτες ανάγκες.

Το κρίσιμο μέγεθος είναι το ταμείο του μήνα στον οποίο λήγει η δόση. Ένα τιμολόγιο που θα πληρωθεί αργότερα δεν καλύπτει τη σημερινή υποχρέωση. Στο δυσμενές σενάριο πρέπει να χωρούν μισθοδοσία, προμηθευτές, φόροι και οι αναγκαίες δαπάνες για το προϊόν, χωρίς να θεωρείται δεδομένο ότι οι πελάτες θα πληρώσουν εγκαίρως.

Η συμμετοχική χρηματοδότηση αποφεύγει αυτό το συγκεκριμένο κενό αποπληρωμής, αλλά η εταιρεία εξακολουθεί να καταναλώνει κεφάλαιο ώσπου να αποκτήσει επαρκή έσοδα. Αν τα διαθέσιμα χρήματα τελειώσουν πριν από το επόμενο εμπορικό ορόσημο, μπορεί να χρειαστεί νέος γύρος με πρόσθετη αραίωση. Το ίδιο δυσμενές σενάριο δείχνει, λοιπόν, τόσο αν αντέχεται μια δόση όσο και πόσο χρόνο αγοράζει η παραχώρηση μετοχών.

Ποιο εργαλείο ταιριάζει στο στάδιο της εταιρείας

Πριν υπάρξουν αξιόπιστες εισπράξεις, μια σύντομη περίοδος μέχρι την πρώτη δόση μπορεί να περιορίσει τις δοκιμές προϊόντος και αγοράς. Για μια startup που επιδιώκει γρήγορη ανάπτυξη αλλά δεν γνωρίζει ακόμη πότε θα σταθεροποιηθούν τα έσοδα, το venture capital μπορεί να προσφέρει περισσότερο χρόνο. Η επιλογή έχει νόημα όταν οι ιδρυτές αποδέχονται τη συμμετοχή επενδυτή και επιδιώκουν ανάπτυξη συμβατή με τις προσδοκίες του.

Με επαναλαμβανόμενες εισπράξεις και σαφή χρήση του κεφαλαίου, το δάνειο μπορεί να αξιολογηθεί βάσει συγκεκριμένου προγράμματος πληρωμών. Μια μικρή επιχείρηση που επιδιώκει σταθερή κερδοφορία αντί για ταχεία κλιμάκωση μπορεί επίσης να έχει στόχους διαφορετικούς από εκείνους ενός επενδυτή venture capital. Η προβλεψιμότητα των εισπράξεων, όμως, παραμένει ουσιαστικότερη από την ηλικία της επιχείρησης.

Υπάρχει και ο συνδυασμός των δύο μορφών χρηματοδότησης: μετοχικό κεφάλαιο για την πιο αβέβαιη ανάπτυξη και χρέος για ανάγκες με προβλέψιμη αποπληρωμή. Η British Business Bank για τον συνδυασμό χρέους και equity αναφέρει ότι αυτός μπορεί να μειώσει το συνολικό κόστος κεφαλαίου, αλλά και ότι η υπερβολική μόχλευση μπορεί να αποθαρρύνει επενδυτές. Ένα δάνειο επηρεάζει, επομένως, και την εικόνα της εταιρείας σε πιθανό επόμενο γύρο.

Οι όροι πίσω από τη δόση και το ποσοστό

Στη δανειακή πρόταση, ο οικονομικός σύμβουλος χρειάζεται να υπολογίσει το συνολικό ποσό αποπληρωμής με βάση το επιτόκιο, τις χρεώσεις, πιθανές μεταβολές του επιτοκίου και το ακριβές πρόγραμμα δόσεων. Μαζί με νομικό σύμβουλο πρέπει να εξεταστούν οι εξασφαλίσεις, οι προσωπικές εγγυήσεις, οι συμβατικές δεσμεύσεις και οι συνέπειες καθυστέρησης μιας πληρωμής. Έτσι φαίνεται αν η διατήρηση των μετοχών συνοδεύεται από κίνδυνο που οι ιδρυτές μπορούν να αναλάβουν.

Στην πρόταση συμμετοχικής χρηματοδότησης, χρειάζεται έλεγχος της αποτίμησης και του πίνακα μετόχων μετά την επένδυση, των δικαιωμάτων ψήφου και αρνησικυρίας, των όρων μελλοντικής αραίωσης και της κατανομής των εσόδων σε ενδεχόμενη πώληση. Η σύγκριση έχει πρακτικό νόημα όταν και οι δύο προτάσεις εξετάζονται με τις ίδιες προβλέψεις εισπράξεων και το ίδιο δυσμενές σενάριο για το ταμείο.

Διαβάστε επίσης:

Κοινοποίηση:

Εγγραφείτε στο newsletter μας

Λάβετε τα τελευταία νέα για Web3, AI και κρυπτονομίσματα απευθείας στα εισερχόμενά σας.

0