Η ΤΝ χωρίζει τους εργαζομένους: το 69% μένει στον «βασικό κορμό»

|Συντάκτης: Συντακτική ομάδα QUASA|5 λεπτά ανάγνωσης
Η ΤΝ χωρίζει τους εργαζομένους: το 69% μένει στον «βασικό κορμό»

Η PwC Ελλάδας δημοσίευσε στις 8 Οκτωβρίου 2026 την ελληνική έρευνα Workforce Hopes and Fears Survey 2026: από τους 801 εργαζομένους που συμμετείχαν, το 69% ανήκει στον «βασικό κορμό» (Engine Room), έναντι 56% διεθνώς, ενώ οι «προπορευόμενοι» (Front-runners) είναι μόλις 7%, έναντι 14% διεθνώς. Οι ομάδες διακρίνονται από το πόσο δυσεύρετες είναι οι δεξιότητές τους στην αγορά και από το επαγγελματικό όφελος που δηλώνουν ότι αντλούν από την τεχνητή νοημοσύνη.

Το ρεπορτάζ του newmoney καταγράφει τις άλλες δύο ελληνικές ομάδες, τους «ανερχόμενους πρωτοπόρους της ΤΝ» στο 13% και τους «αναντικατάστατους» στο 11%, και παραθέτει τη διαπίστωση του στελέχους της PwC Κυριάκου Ανδρέου ότι «τα οφέλη της ΤΝ κατανέμονται άνισα». Η εικόνα αφορά διαφορές στις σημερινές δυνατότητες επαγγελματικής εξέλιξης, ενώ μεγάλο μέρος των ερωτηθέντων περιγράφει ήδη σημαντική αλλαγή στην εργασία του.

Τέσσερις ομάδες, διαφορετικό πλεονέκτημα

Οι τέσσερις ομάδες της ελληνικής έρευνας της PwC, με τον βασικό κορμό να συγκεντρώνει τη μεγαλύτερη συμμετοχή.

Ο βασικός κορμός συνδυάζει δεξιότητες που θεωρούνται λιγότερο δυσεύρετες με περιορισμένο δηλωμένο επαγγελματικό όφελος από την ΤΝ. Το μέγεθός του κάνει το ερώτημα της πρόσβασης σε χρήσιμα εργαλεία και εκπαίδευση κεντρικό για την ελληνική αγορά εργασίας. Η ταξινόμηση περιγράφει τη θέση των ερωτηθέντων στους δείκτες της έρευνας, όχι την αξία του έργου τους ή μια πρόβλεψη για την τύχη των θέσεών τους.

Οι ανερχόμενοι πρωτοπόροι έχουν επίσης πιο διαδεδομένες δεξιότητες, αλλά δηλώνουν ότι η ΤΝ τούς δίνει ήδη επαγγελματικό πλεονέκτημα. Οι αναντικατάστατοι βρίσκονται στην άλλη πλευρά του συνδυασμού: διαθέτουν δυσεύρετη τεχνογνωσία, χωρίς ακόμη αντίστοιχο όφελος από την τεχνολογία. Στους προπορευόμενους συμπίπτουν η σπανιότητα των δεξιοτήτων και το ισχυρό δηλωμένο πλεονέκτημα από την ΤΝ.

Έτσι, η απόσταση ανάμεσα στις ομάδες δεν εξηγείται μόνο από το αν κάποιος χρησιμοποιεί ένα εργαλείο. Εξαρτάται επίσης από το τι γνώσεις φέρνει στη δουλειά και από το αν μπορεί να μετατρέψει τη χρήση της τεχνολογίας σε καλύτερη ποιότητα, νέες ικανότητες ή μεγαλύτερη αξία της εργασίας του. Αυτό βοηθά να εξηγηθεί γιατί η ίδια παρέμβαση κατάρτισης δεν θα είχε αναγκαστικά το ίδιο αποτέλεσμα για όλους.

Η εργασία αλλάζει ταχύτερα από τις ευκαιρίες μάθησης

Η πρόσβαση σε κατάρτιση υπολείπεται της αυτοπεποίθησης των εργαζομένων ότι μπορούν να μάθουν νέες δεξιότητες.

Το 46% των ερωτηθέντων αναφέρει σημαντική αλλαγή στον χώρο εργασίας του κατά τον τελευταίο χρόνο. Το 38% χρειάστηκε να εφαρμόσει νέες δεξιότητες, το 39% να μάθει νέα εργαλεία και τεχνολογίες, ενώ άλλο 39% αναφέρει βαρύτερο φόρτο εργασίας. Πρόκειται για διαφορετικές όψεις της προσαρμογής: η ανάγκη να αλλάξει κανείς τρόπο εργασίας δεν σημαίνει ότι διαθέτει τον χρόνο και την υποστήριξη για να το κάνει.

Μόλις το 41% δηλώνει ότι έχει τους πόρους μάθησης και ανάπτυξης που χρειάζεται, παρότι το 58% αισθάνεται ικανό να μάθει νέες δεξιότητες. Η πρόσβαση στους πόρους έχει υποχωρήσει σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά. Επομένως, η προσωπική αυτοπεποίθηση δεν καλύπτει από μόνη της το κενό ανάμεσα στις απαιτήσεις μιας θέσης και στις διαθέσιμες ευκαιρίες εκπαίδευσης.

Για τον εργαζόμενο του βασικού κορμού, η ουσιαστική διαφορά θα ήταν η δυνατότητα να συνδέσει την ΤΝ με πραγματικά καθήκοντα του ρόλου του και να αξιολογεί την ποιότητα του αποτελέσματος. Ο προϊστάμενος μπορεί να προσδιορίσει πού υπάρχει τέτοια δυνατότητα και να εξασφαλίσει χρόνο για μάθηση μέσα στην εργασία. Οι υπεύθυνοι κατάρτισης έχουν διαφορετικό πρόβλημα: να διαμορφώσουν διαδρομές ανά ρόλο, αντί να μετρούν μόνο τη συμμετοχή σε ένα ενιαίο μάθημα. Αυτές είναι κατευθύνσεις που προκύπτουν από τη διαφορά ανάμεσα στις ομάδες, όχι αποτελέσματα παρέμβασης που δοκιμάστηκε στην έρευνα.

Θετική στάση απέναντι στη δουλειά, άνισες προοπτικές

Η επαγγελματική διάκριση συνυπάρχει με σχετικά θετική στάση απέναντι στην εργασία. Το 64% των Ελλήνων ερωτηθέντων δηλώνει ικανοποιημένο από τη δουλειά του, το 73% νιώθει υπερηφάνεια και το 66% πρόθυμο να προσφέρει πέρα από όσα απαιτούνται. Η ικανοποίηση, όμως, δεν δείχνει ποιοι έχουν πρόσβαση στην κατάρτιση ή ποιοι αποκομίζουν επαγγελματικό όφελος από την ΤΝ. Γι’ αυτό μια συνολική μέτρηση διάθεσης μπορεί να συνυπάρχει με μεγάλη απόσταση μεταξύ των ομάδων.

Η συχνότητα χρήσης συνδέεται με διαφορετικές απαντήσεις για τη μάθηση: το 70% των καθημερινών χρηστών ΤΝ πιστεύει ότι μπορεί να αποκτήσει νέες δεξιότητες, έναντι 46% όσων τη χρησιμοποιούν σπανιότερα. Η έρευνα καταγράφει αντιλήψεις σε μία χρονική περίοδο και δεν αποδεικνύει ότι η χρήση της ΤΝ προκάλεσε την υψηλότερη αυτοπεποίθηση. Διαφορές στα καθήκοντα, στην υποστήριξη και στις ευκαιρίες εκπαίδευσης μπορεί επίσης να επηρεάζουν τόσο τη χρήση όσο και τις απαντήσεις.

Τι δείχνει η διεθνής σύγκριση

Η παγκόσμια μεθοδολογία της PwC περιγράφει απαντήσεις 49.364 εργαζομένων από 48 χώρες και γεωγραφικές περιοχές, οι οποίες συλλέχθηκαν τον Μάιο και τον Ιούνιο του 2026. Οι συμμετέχοντες ταξινομήθηκαν με βάση δύο δείκτες: τη ζήτηση για τον ρόλο και τη δυσκολία αντικατάστασης των δεξιοτήτων τους, καθώς και τα οφέλη της ΤΝ που οι ίδιοι αναφέρουν σε ποιότητα, δημιουργικότητα, δεξιότητες και αξία. Η ελληνική κατανομή και η παγκόσμια αναφέρονται στο ίδιο πλαίσιο κατηγοριών, ώστε η διαφορά στο μέγεθος κάθε ομάδας να έχει συγκεκριμένο νόημα.

Η σύγκριση κάνει ορατό πού συγκεντρώνεται το ελληνικό βάρος: σε εργαζομένους που δηλώνουν μικρό πλεονέκτημα από την ΤΝ και έχουν δεξιότητες λιγότερο σπάνιες στην αγορά. Αν οι ευκαιρίες μάθησης συνεχίσουν να φτάνουν ευκολότερα σε όσους ήδη ωφελούνται, η μεγαλύτερη ομάδα θα έχει λιγότερα μέσα να μετατρέψει την αλλαγή της καθημερινής εργασίας σε επαγγελματική εξέλιξη.

Διαβάστε επίσης:

Κοινοποίηση:

Εγγραφείτε στο newsletter μας

Λάβετε τα τελευταία νέα για Web3, AI και κρυπτονομίσματα απευθείας στα εισερχόμενά σας.

0